Κατηγορίες
Report

11)Ο κλάδος της ιχθυοκαλλιέργειας στην Αρμενία

Η χώρα διαθέτει εκατοντάδες υδάτινα σώματα, ανάμεσα τους 10 μεγάλες φυσικές λίμνες, 15 μεγάλα ποτάμια και 5 φαράγγια. Τα αλιεύματα από τους υδάτινους πόρους της Αρμενίας αποτελούν σημαντικό στοιχείο της επισιτιστικής ασφάλειας της χώρας. Το
μεγαλύτερο υδάτινο σώμα είναι η λίμνη Sevan, με βάθος σχεδόν 100 m κατά τόπους, ενώ βρίσκεται σε υψόμετρο 1.924 m πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα είδη ψαριών
που βρίσκονται στη λίμνη περιλαμβάνουν την πέστροφα Sevan (Sevani iskhan)1
, τον
κορήγονο (sig)2
, τον κυπρίνο και την ιριδίζουσα πέστροφα3
. Η πέστροφα της λίμνης
Sevan έχει μεγάλη ζήτηση, όχι μόνο στην Αρμενία αλλά και σε άλλες χώρες όπως η
Ρωσία. Η χώρα όντας περίκλειστη και χωρίς πρόσβαση σε μεγάλους ποταμούς,
καθορίζει σε σημαντικό βαθμό την αλιευτική δυναμική της κυρίως από την αλιεία της
λίμνης Sevan.
Κλίμα και γεωγραφία: σημαντικοί παράγοντες του κλάδου
Το ηπειρωτικό κλίμα της Αρμενίας ευνοεί την καλλιέργεια κυπρίνου σε χαμηλότερο
υψόμετρο, όπου όμως η μέση βροχόπτωση είναι χαμηλή και η παροχή νερού αποτελεί

 

περιορισμό σε πολλές περιοχές της χώρας. Ωστόσο, οι αγρότες στην κοιλάδα του Αραράτ έχουν πρόσβαση σε νερό πηγαδιών με βάθος μεταξύ 50 και 250 m και μπορούν να κρατήσουν τα ψάρια τους σε νερό με σταθερή θερμοκρασία από 11 έως 15°C, ανεξάρτητα από την εποχή. Με αυτόν τον τρόπο, τα ψάρια καλλιεργούνται όλο το χρόνο, συνεπώς η παραγωγή είναι πολύ υψηλότερη από ότι σε περιοχές όπου η καλλιέργεια σταματά τον χειμώνα λόγω χαμηλών θερμοκρασιών. Συγκεκριμένα, στη λίμνη Sevan, η χαμηλή θερμοκρασία νερού και η χαμηλή φυσική γονιμότητα περιορίζουν την παραγωγή ψαριών κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Σημειώνεται ότι μετά την ανεξαρτησία, όταν το κόστος ενέργειας στην Αρμενία αυξήθηκε τρομερά, τα πηγάδια είχαν ένα σημαντικό πρόσθετο πλεονέκτημα: δεν απαιτείται ενέργεια για να μπει το νερό στις λίμνες. Κατά συνέπεια, οι κρατικές εκμεταλλεύσεις που παρήγαγαν φθηνά ψάρια (κυρίως κυπρίνους) με υψηλό κόστος (λόγω άντλησης) αντικαταστάθηκαν από ιδιωτικές εκμεταλλεύσεις που
παρήγαγαν ακριβότερα ψάρια (κυρίως είδη πέστροφας) χρησιμοποιώντας φθηνό, καθαρό νερό πηγαδιών.
Ταυτόχρονα, η Αρμενία διαθέτει ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες για εμπορική αλιεία και την αναπαραγωγή και καλλιέργεια σαλμονοειδών και οξυρρυγχιδών και σε περίπτωση σκόπιμης χρήσης των υπόγειων υδάτων μπορεί να οργανωθεί εμπορική
παραγωγή ψαριών όλο το χρόνο. Αν και τα περισσότερα από τα κρατικά αγροκτήματα βρίσκονται στην κοιλάδα του Αραράτ, άλλες περιοχές, όπως το Τζερμούκ και το Χραζντάν, διαθέτουν κάποια ιχθυοτροφεία.

Εξέλιξη του κλάδου ιχθυοκαλλιέργειας στη χώρα
Η Αρμενία απέκτησε ευρεία εμπειρία στον αλιευτικό κλάδο λόγω των εκτεταμένων δραστηριοτήτων που ασκούνται στη χώρα εδώ και δεκαετίες. Το 1920 δημιουργήθηκαν οι πρώτες ιχθυοτροφικές μονάδες στο Karchaghbyur και στο Gavar για την τεχνητή
αναπαραγωγή της πέστροφας Sevan και την αναπλήρωση των ιχθυαποθεμάτων και αργότερα ιδρύθηκαν ιχθυοτροφεία στο χωριό Sevan και Lichq της περιοχής Sevan.
Αυτές οι φάρμες απελευθερώνουν ετησίως στη λίμνη Sevan 7 εκ. πέστροφες, περισσότερα από 100 εκατομμύρια Capotes (khramulya) και περισσότερα από 20 εκ. νεογνά και προνύμφες λευκών ψαριών.
Η εμπορική ιχθυοκαλλιέργεια στην Αρμενία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950 στην περιοχή της λίμνης Sevan, με την κατασκευή εκκολαπτηρίων για την πέστροφα Sevan και το κογάκ4
(coghak). Η δεύτερη ανάπτυξη του κλάδου επήλθε με την κατασκευή λιμνοτροφείων για την παραγωγή επιτραπέζιων ψαριών, κυρίως ειδών κυπρίνου (γριβάδι, μαρμαροκυπρίνος, ασημοκυπρίνος) και πέστροφας. Τα αγροκτήματα ήταν
μεγάλα, συνήθως εκατοντάδες εκτάρια, και κατασκευάζονταν κυρίως σε περιοχές με αλμυρά εδάφη (γη ακατάλληλη για άλλου είδους γεωργία). Το επόμενο στάδιο ανάπτυξης της ιχθυοβιομηχανίας ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70, όταν ενισχύθηκε η
εμπορική αλιεία. Εκείνα τα χρόνια, λόγω της αποτελεσματικής χρήσης των υδάτινων πόρων και των υγροτόπων της κοιλάδας του Αραράτ, ιδρύθηκαν πολλά μεγάλα ιχθυοτροφεία. Να αναφερθεί ότι για εμπορικούς σκοπούς, εκτός από φυτοφάγα ψάρια, εκτρέφονταν και η χρυσή πέστροφα και η ιριδίζουσα (karmrakhayt). Στη δεκαετία του ’80 , η υδάτινη επιφάνεια των ιχθυοκαλλιεργειών μόνο στις κοινότητες Armash και Sis της περιοχής Ararat και της κοινότητας Yeghegnut της περιοχής Armavir απέφερε 5 χιλιάδες τόνους όγκο παραγωγής (κυρίως κυπρίνος και κοινός κυπρίνος- Cyprinus carpio). Ταυτόχρονα, στο ιχθυοτροφείο του χωριού Taronik της κοιλάδας του Αραράτ η ετήσια παραγωγή εμπορικής χρυσής πέστροφας υψηλής αξίας έφτασε σχεδόν τους 100 τόνους.
Παράλληλα, την ίδια χρονική περίοδο, οι επιπτώσεις της ρύπανσης μείωσαν την αλιεία ψαριών και σε ορισμένες περιπτώσεις επηρέασαν επίσης αρνητικά την υγεία των ψαριών στις λίμνες. Οι τάσεις ανάπτυξης της αλιευτικής βιομηχανίας στην Αρμενία τα
προηγούμενα έτη αποδεικνύουν ότι πολλές επιχειρήσεις απέκτησαν ευρεία εμπειρία και αποτελεσματικές δεξιότητες διαχείρισης στον τομέα της αλιείας, γεγονός που καθιστά αυτόν τον τομέα κερδοφόρο και πολλά υποσχόμενο.

Το τρίτο στάδιο ανάπτυξης της ιχθυοβιομηχανίας στην Αρμενία ξεκίνησε στα τέλη του περασμένου αιώνα, καθώς η χώρα αλλά και ο κλάδος ενισχύθηκαν από νέες οικονομικές σχέσεις. Λόγω των εντατικών επενδύσεων ορισμένων επιχειρηματικών φορέων,
ιδρύθηκαν στη χώρα μια σειρά από μεγάλα ιχθυοτροφεία που άσκησαν αποτελεσματικές δραστηριότητες χάρη στη δημιουργία κατάλληλων υποδομών. Εκτός από τις βιομηχανικές λίμνες, ορισμένες από αυτές τις εταιρείες δημιούργησαν εργαστήρια
εκκολαπτηρίων και παραγωγής ωοτοκίας και επεξεργασίας ψαριών, και δημιούργησαν ένα ευρύ δίκτυο πώλησης ψαριών στην πόλη του Ερεβάν και σε όλη τη χώρα, καθώς και οργάνωσαν εξαγωγές αλιευτικών προϊόντων λόγω αποτελεσματικής επιχειρηματικής
δραστηριότητας.

Το 2021, στη χώρα παρήχθησαν 17.000 -18.000 τόνοι εμπορικού ψαριού, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ήταν ο χρυσός σολωμός (χρυσαφένια πέστροφα). Λόγω της υψηλής ποιότητας, η πέστροφα έχει μεγάλη ζήτηση στη Ρωσία, καθώς και σε άλλες χώρες και ως
αποτέλεσμα αυτής της ζήτησης περίπου το 20% των αλιευτικών προϊόντων εξάγεται. Επί του παρόντος, κατεψυγμένα και επεξεργασμένα ψάρια και χαβιάρι εξάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γεωργία, τη Ρωσία, την Ουκρανία και πολλές αραβικές χώρες.

Παρούσα κατάσταση κλάδου και προοπτικές
Τα τελευταία χρόνια έγιναν στη χώρα επιτυχημένες προσπάθειες αναπαραγωγής ιαπωνικού κυπρίνου (koi) και αφρικανικού γατόψαρου, καθώς ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης αυτών των ειδών επιτρέπει τη μείωση του χρόνου ανάπτυξης των εμπορικών
ψαριών και κατά συνέπεια την αποτελεσματικότερη χρήση των υδάτινων περιοχών.
Επιπλέον, παρατηρείται η εισαγωγή νέων σύγχρονων τεχνολογιών για την εμπορική ιχθυοκαλλιέργεια επιτρέποντας πολλαπλάσια μείωση του όγκου του νερού και δίνοντας δυνατότητα καλλιέργειας 500-800 κιλών εμπορικών ψαριών σε ένα κυβικό μέτρο νερού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι όχι μόνο αυξάνεται ο αριθμός των ιχθυοτροφείων αλλά και οι γεωγραφικές τους θέσεις επεκτείνονται από την κοιλάδα του Αραράτ σε υποορεινές και
ακόμη και ορεινές περιοχές.
Ταυτόχρονα, παρατηρούνται τάσεις συνεργασίας στον αλιευτικό κλάδο, που αποτελεί σημαντικό παράγοντα. Πολύ συχνά τα ιχθυοτροφεία συνεταιρίζονται ή συνεργάζονται με μεγάλες εταιρείες βάσει συμβολαίου, γεγονός που διευκολύνει τη διαδικασία αγοράς
νεοσσών και συνδυασμένων ζωοτροφών για μικρές εταιρείες, καθώς και την πώληση ψαριών.
Υπολογίζεται ότι περίπου 40 είδη και υποείδη ψαριών μπορούν να βρεθούν στους φυσικούς και τεχνητούς υδάτινους πόρους της Αρμενίας από τα οποία 15 είδη χρησιμοποιούνται για εμπορικούς σκοπούς. Επί του παρόντος, τα είδη ψαριών που δεν
είναι ενδημικά για την Αρμενία, όπως το ο λευκός και μαύρος οξύρρυγχος cupid, ο ασημένιος κυπρίνος, ο ιαπωνικός κυπρίνος (koi) και το αφρικανικό γατόψαρο εκτρέφονται με επιτυχία για εμπορικούς σκοπούς.

 

1 Η Sevani ishkhan είναι μια ενδημική ποικιλία πέστροφας που βρίσκεται μόνο στην λίμνη Sevan. Ανήκει στις σολωμονίδες και κινδυνεύει με εξαφάνιση, λόγω των αλλαγών στη στάθμη της λίμνης
και της εισαγωγής μη ιθαγενών ειδών ψαριών στη λίμνη κατά τη σοβιετική περίοδο. Η πέστροφα έχει χαρακτηριστική γεύση και ένα χρώμα που συνήθως κυμαίνεται από ροζ έως κίτρινο, καθώς
καθορίζεται από τη διατροφή της και το μικροκλίμα.
2 Το Sig, γνωστό και ως siga, είναι ένα είδος κοινού λευκού ψαριού που κατοικεί στη λίμνη Sevan και έχει εισαχθεί από τη λίμνη Ladoga. Συνήθως φτάνει τις 17 ίντσες σε μήκος και έχει υπάρξει
βασική πηγή πρωτεΐνης στην Αρμενία, ειδικά στα χρόνια που ακολούθησαν την κήρυξη της ανεξαρτησίας της χώρας.
3 Το Karmrakhayt είναι ένα είδος αρμενικής ποτάμιας πέστροφας με χαρακτηριστικές κόκκινες κουκκίδες. Κοινώς γνωστή ως πέστροφα alabalagh, η παραγωγή ψαριών αυτού του τύπου
πραγματοποιείται επίσης σε τεχνητές λίμνες μεγάλου υψομέτρου, ειδικά στη δεξαμενή Mantash που βρίσκεται στη βάση του βουνού Aragats, στην επαρχία Shirak.

4 Το Koghak είναι ένα είδος ενδημικής αρμενικής πέστροφας γλυκού νερού στη λίμνη Sevan. Μαζί με άλλα ιθαγενή είδη που βρίσκονται σε αυτή τη λίμνη, η παραγωγή Sevan koghak έχει από καιρό μειωθεί σημαντικά και τώρα απειλείται να εξαφανιστεί.

Κατηγορίες
Report

10)Έρευνα Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου στην Κίνα για τις επιπτώσεις της πρόσφατης επιδημιολογικής έξαρσης της COVID-19 στην λειτουργία των επιχειρήσεων

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο 29-30.3.2022 και σε αυτήν συμμετείχαν 167 επιχειρήσεις-μέλη του Επιμελητηρίου.

Τα βασικά αποτελέσματα της έρευνας έχουν ως εξής:

  • Το 99% των επιχειρήσεων υπέστησαν διαφόρων ειδών αρνητικές συνέπειες, από την πρόσφατη επιδημιολογική έξαρση της COVID-19 στην Κίνα.
  • Το 65% των παραγωγικών επιχειρήσεων επιβράδυναν ή ελάττωσαν την παραγωγή τους, λόγω έλλειψης εργατικού δυναμικού, αδυναμίας προμήθειας πρώτων υλών ή περιορισμών της κυκλοφορίας των πολιτών, από τις τοπικές Αρχές. Μεταξύ των μεταποιητικών επιχειρήσεων, το ποσοστό αυτό διαμορφώθηκε σε 82%.
  • Το 57% των επιχειρήσεων αντιμετώπισαν προβλήματα στις εφοδιαστικές τους αλυσίδες, λόγω των στρεβλώσεων στα μεταφορικά και ναυτιλιακά δίκτυα που προκάλεσε η πρόσφατη επιδημιολογική έξαρση της COVID-19. Μεταξύ των μεταποιητικών επιχειρήσεων, το ποσοστό αυτό διαμορφώθηκε σε 88%.
  • Το 54% των επιχειρήσεων αναθεώρησαν επί τα χείρω τις προβλέψεις τους για τα ετήσια έσοδά τους, το 2022, ενώ επιπλέον 38% θεωρούν ότι είναι ακόμα νωρίς για να εκτιμηθούν οι συναφείς επιπτώσεις της επιδημιολογικής έξαρσης της COVID-19.
  • Το 29% των επιχειρήσεων καθυστερούν την υλοποίηση προγραμματισμένων επενδύσεων. Πλην τούτων, 17% των επιχειρήσεων προέβησαν σε περικοπές του επενδυτικού τους προγραμματισμού, ενώ 30% δήλωσαν ότι είναι ακόμα πολύ νωρίς για να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις της επιδημιολογικής έξαρσης της COVID-19 στα επενδυτικά τους σχέδια. Πέραν τούτων, 49% των επιχειρήσεων πρόκειται να προβούν σε περικοπές του επενδυτικού τους σχεδιασμού, εάν οι τρέχοντες περιορισμοί παραμείνουν ως έχουν, κατά το προσεχές έτος.
  • Το 81% των επιχειρήσεων ανέφεραν ότι η διαχείριση της πανδημίας COVID-19 από τις αρμόδιες εθνικές και τοπικές Αρχές έχει επηρεάσει αρνητικά τις δυνατότητές τους να προσελκύσουν ή και να διατηρήσουν κατηρτισμένο εργατικό δυναμικό από τρίτες χώρες. Μάλιστα το 35% αυτών δηλώνει ότι έχει επηρεαστεί συναφώς «σε μεγάλο βαθμό» έως και «σε σοβαρό βαθμό».
  • Το 51% των επιχειρήσεων δηλώνουν ικανοποιημένες από τις κινεζικές προσπάθειες ελέγχου της εξάπλωσης της πανδημίας COVID-19. Παρά ταύτα, το 77% αυτών δηλώνουν μη ικανοποιημένες από την χρονική διάρκεια των υγειονομικών απομονώσεων, ενώ το 69% δηλώνουν μη ικανοποιημένες από τους περιορισμούς στις μετακινήσεις εντός Κίνας.

Η έρευνα έχει αναρτηθεί στον δικτυακό τόπο του Επιμελητηρίου και, ειδικότερα, στην ιστοσελίδα: https://www.amchamchina.org/covid-19-joint-survey-reveals-business-impact-of-latest-outbreak/?utm_source=bulletin&utm_campaign=new-flash-survey-on-covid-impact%2C-leadership-development-program-launch-%26-more&utm_medium=email.